Το Παναθηναϊκό Στάδιο
AddThis Social Bookmark Button

 Το Παναθηναϊκό Στάδιο

Κείμενο

ΤΑ ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΑ Τα Παναθήναια ήταν η μεγαλύτερη γιορτή της πόλης- κράτους των Αθηνών. Τελούνταν προς τιμήν της θεάς Αθηνάς, της θεάς της σοφίας, που ήταν συγχρόνως η θεά προστάτιδας της πόλης. Κατά τη διάρκειά τους διεξάγονταν αθλητικοί, μουσικοί και θεατρικοί αγώνες. Μεταξύ των βραβείων ήταν ένα κλαδί ελιάς και ένας αμφορέας με λάδι. Οι αθλητικοί αγώνες των Παναθηναίων διεξάγονταν στο Παναθηναϊκό Στάδιο.

ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ Ο Έλληνας Μ. Μινωίδης κατά τη δεκαετία του 1850 πρώτος οραματίστηκε την αναβίωση του θεσμού των Ολυμπιακών Αγώνων. Η ιδέα του υλοποιήθηκε αρκετά χρόνια αργότερα, το 1896, με πρωτοβουλία του Γάλλου φιλέλληνα P. de Coubertin και του Έλληνα Δ. Βικέλα. Αυτό που γοήτευσε τους τρεις άντρες ήταν η ιδέα της κατάπαυσης του πυρός κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής αθλητικών αγώνων. Οι πρώτοι σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες διεξήχθησαν στην Αθήνα, στο Παναθηναϊκό Στάδιο που είχε αναστηλώθηκε από τον εθνικό μας ευεργέτη Γεώργιο Αβέρωφ για το σκοπό αυτό. Από το 1896 και μετά οι Ολυμπιακοί Αγώνες διεξάγονται κάθε τέσσερα χρόνια σε διαφορετικό μέρος του κόσμου. Δυστυχώς όμως κατά τη διάρκεια τους δεν τηρείται διεθνής εκεχειρία, όπως θα ήθελαν οι εμπνευστές τους. Επισημαίνουμε ότι κατά την αρχαιότητα οι Ολυμπιακοί Αγώνες διεξάγονταν στην Ολυμπία και δεν είχαν καμία σχέση με την Αθήνα και το Παναθηναϊκό Στάδιο.

Ο ΜΑΡΑΘΩΝΙΟΣ ΔΡΟΜΟΣ Ως σπουδαιότερο αγώνισμα των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων καθιερώθηκε ο Μαραθώνιος δρόμος. Οι αθλητές καλούνται να διανύσουν μια απόσταση ανωμάλου δρόμου 42 χιλιομέτρων. Ο τερματισμός του Μαραθωνίου δρόμου κατά τους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες το 1896 έγινε στο στίβο του Παναθηναϊκού Σταδίου και νικητής ήταν ο Σπύρος Λούης. Οι φωτογραφίες με το Σπύρο Λούη να τρέχει στο κατάμεστο στάδιο συμβολίζουν την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων. Ο Μαραθώνιος δεν είναι ένα αρχαίο ελληνικό αγώνισμα. Οι διοργανωτές των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων εμπνεύστηκαν αυτό το αγώνισμα από ένα ιστορικό γεγονός, τη μάχη του Μαραθώνα.

Η μάχη του Μαραθώνα Ο Ηρόδοτος έζησε την εποχή των περσικών πολέμων και μας εξιστορεί με λεπτομέρεια και ζωντάνια τα γεγονότα. Σύμφωνα με την αφήγησή του οι Πέρσες το 490 π.Χ., αφού συγκέντρωσαν μία τεράστια στρατιωτική δύναμη από κάθε γωνιά της αυτοκρατορίας τους, εισέβαλαν στον ελλαδικό χώρο. Μία συμμαχία Ελλήνων με τους Αθηναίους και το στρατηγό Μιλτιάδη στην ηγεσία τους κατάφεραν να αποκρούσουν την περσική εισβολή με τη μάχη του Μαραθώνα παρά τη συντριπτική αριθμητική υπεροχή του εχθρού. Οι Έλληνες έτρεψαν το στρατό των Περσών σε άτακτη φυγή. Οι ηττημένοι στρατιώτες, όσοι μπόρεσαν να γλυτώσουν απ’ τη σφαγή, επιβιβάστηκαν στα πλοία τους που ήταν αγκυροβολημένα στις όχθες του Μαραθώνα.

Μετά τη μάχη, οι Έλληνες ενώ πανηγύριζαν για τη μεγαλειώδη νίκη τους, περισυνέλλεγαν τους νεκρούς τους και συγκέντρωναν λάφυρα από το πεδίο της μάχης, αντιλήφθηκαν λάμψεις στον ουρανό στην κορυφή ενός βουνού. Κάποιοι στρατιώτες υπέθεσαν ότι επρόκειτο για θεϊκό σημάδι, υπέθεσαν δηλαδή ότι η θεά Αθηνά εξέφραζε τη χαρά της. Ευτυχώς ο στρατηγός Μιλτιάδης αμέσως αντιλήφθηκε την επικινδυνότητα της κατάστασης. Ήξερε ότι οι Πέρσες είχαν εξαιρετικό σύστημα μυστικών υπηρεσιών. Παρατηρώντας τις λάμψεις κατάλαβε ότι τις προκαλούσε ο αντικατοπτρισμός μιας ασπίδας στον ήλιο. Ο Μιλτιάδης κατάλαβε ότι Πέρσες κατάσκοποι είχαν καταφέρει να εισβάλουν στην πόλη των Αθηνών, είχαν διαπιστώσει ότι εκεί υπήρχε μόνο μία μικρή φρουρά για τη φύλαξή της και με «σήματα» προσπαθούσαν να ειδοποιήσουν το στόλο να κινηθεί προς την Αθήνα και να επιχειρήσει απόβαση στην έρημη πόλη πριν επιστρέψει ο στρατός των Αθηναίων. Το μήνυμα μεταφερόταν από την Αθήνα από κορυφογραμμή σε κορυφογραμμή μέχρι ότου «έφτασε» στο Μαραθώνα. Ο Μιλτιάδης αμέσως έδωσε διαταγή στους στρατιώτες να ζωστούν τα όπλα τους και να επιστρέψουν στην πόλη. Αν δεν προλάβαιναν να φτάσουν στην Αθήνα πριν τον περσικό στόλο, η νίκη τους θα ήταν άνευ νοήματος. Υπήρχε κίνδυνος ακόμη για τις γυναίκες τους, τα παιδιά τους, τους ναούς των θεών τους και τα μνήματα των προγόνων τους. Οι στρατιώτες διένυσαν πάνοπλοι την απόσταση των 42 χιλ. που χωρίζουν την Αθήνα από το Μαραθώνα. Σημειωτέον ότι ο οπλισμός κάθε στρατιώτη ζύγιζε 15 με 17 κιλά.

Στο μεταξύ ο βασιλιάς των Περσών, ο Ξέρξης, έχοντας λάβει τα μηνύματα των κατασκόπων έδωσε διαταγή στο στόλο του να κατευθυνθεί προς την Αθήνα. Ο στόλος αγκυροβόλησε σε κοντινή απόσταση από την πόλη, επειδή είχε πια νυχτώσει και ηγεσία των Περσών έκρινε ότι ήταν ριψοκίνδυνο να πραγματοποιηθεί απόβαση κατά τη διάρκεια της νύχτας. Όταν ξημέρωσε, ο περσικός στόλος κατευθύνθηκε στο λιμάνι του Πειραιά και οι Πέρσες έκπληκτοι αντίκρισαν εκεί τους Αθηναίους παρατεταγμένους ετοιμοπόλεμους. Ο Ξέρξης δε ρίσκαρε άλλη ήττα. Δεν επιχείρησε απόβαση αλλά αποχώρησε ντροπιασμένος.

Ένας μεταγενέστερος ιστορικός, ο Λουκιανός, μας παραδίδει μία διαφορετική εκδοχή. Σύμφωνα με αυτή ο Μιλτιάδης έδωσε διαταγή σε έναν Αθηναίο στρατιώτη, το Φιλιππίδη, να εγκαταλείψει τον οπλισμό του στο πεδίο της μάχης και να τρέξει στην Αθήνα, για να ειδοποιήσει τη φρουρά ότι οι Αθηναίοι είχαν νικήσει και ότι η φρουρά δεν έπρεπε σε καμία περίπτωση να παραδώσει την πόλη στον εχθρό. Συγχρόνως έδωσε διαταγή στους υπόλοιπους στρατιώτες να ζωστούν τα όπλα τους και να τρέξουν στην πόλη. Ο Φιλιππίδης δεν ήταν ένας τυχαίος στρατιώτης, ήταν ημεροδρόμος, ήταν δηλαδή επιφορτισμένος με το έργο να μεταφέρει μηνύμτα από πόλη σε πόλη. Ο Φιλιππίδης μόλις έφτασε στην Αθήνα αναφώνησε «Νενικήκαμεν» και ξεψύχησε από την εξάντληση. Η ειρωνεία είναι ότι ο αθηναϊκός στρατός κατέφτασε σύσσωμος στην Αθήνα πριν εμφανιστούν οι Πέρσες στο λιμάνι του Πειραιά και κατά συνέπεια δεν υπήρξε πρακτικό όφελος από τη θυσία του. Οι διοργανωτές των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων καθιέρωσαν το αγώνισμα του Μαραθωνίου Δρόμου προς τιμήν του Φιλιππίδη στηριζόμενοι στην αφήγηση του Λουκιανού.

Όμως ο Λουκιανός έζησε έξι αιώνες μετά τους περσικούς πολέμους και γι’ αυτό η αξιοπιστία του αμφισβητείται. Η εκδοχή του Ηροδότου θεωρείται πιο αξιόπιστη. Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι ο Λουκιανός συγχέει πρόσωπα και καταστάσεις, ότι δηλαδή το όνομα Φιλιππίδης προέρχεται από την παράφραση του ονόματος Φειδιππίδης. Ο Φειδιππίδης ήταν ο ημεροδρόμος που έτρεξε από την Αθήνα στη Σπάρτη να ζητήσει τη βοήθεια των Σπαρτιατών, όταν οι Πέρσες έφτασαν προ των πυλών των Αθηνών. Οι Σπαρτιάτες αρνήθηκαν να στείλουν στρατεύματα  με το πρόσχημα μιάς γιορτής. Ακολούθησε η θριαμβευτική νίκη των Αθηναίων και των συμμάχων τους στο Μαραθώνα. Ίσως ο Λουκιανός στηρίζεται σε κάποια προφορική παράδοση της εποχής του.

Ίσως κάποιος αναρωτηθεί τί σχέση έχει η αρχαία Αθήνα και η μάχη του Μαραθώνα με την αρχαία Ολυμπία και τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Η απάντηση είναι ότι οι εμπνευστές των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων οραματίζονταν την αναβίωση του πνεύματος της αρχαιότητας συνολικά.

 

Image Gallery

 

Ολυμπιακοί Αγώνες 1896: Ο τερματισμός του Μαραθωνίου δρόμου